Αρχική

Το Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας (ΙΝΝ) του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» προήλθε από τη συγχώνευση των Ινστιτούτων Επιστήμης Υλικών, Μικροηλεκτρονικής και Φυσικοχημείας.

Το ΙΝΝ ενσωματώνει άριστες ερευνητικές υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό στοχεύοντας στην ανάπτυξη της καινοτομίας και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Χώρας σε Βασικές Τεχνολογίες Κλειδιά (Key Enabling Technologies) όπως νανοτεχνολογία, μίκρο και νάνο-ηλεκτρονική, προηγμένα υλικά, βιοτεχνολογία και φωτονική. Το ΙΝΝ παρέχει ένα μοναδικό περιβάλλον για την υποστήριξη και προώθηση παγκοσμίου εμβέλειας διεπιστημονικής βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας και έχοντας ισχυρούς δεσμούς με τον παραγωγικό τομέα συμβάλλει στην μεταφορά της καινοτομίας στην οικονομία.

Οι ερευνητικές δραστηριότητες του ΙΝΝ διαμορφώνονται σε πέντε συντονισμένες κατευθύνσεις (προγράμματα):

  1. Χημικές Επιστήμες για Νανοδομές και Βιολογικές Εφαρμογές
  2. Πολιτιστική Κληρονομιά
  3. Μαγνητισμός και Υπεραγωγιμότητα: Προηγμένα Υλικά και Εφαρμογές
  4. Νανοχημεία και Νανοϋλικά
  5. Νανοηλεκτρονική, Φωτονική και Μικροσυστήματα

Ιστορία

Το Ινστιτούτο Νανοεπιστημών και Νανοτεχνολογίας (INN) ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2012, προερχόμενο από τη συγχώνευση των Ινστιτούτων Επιστήμης Υλικών (IMS), Φυσικοχημείας (IPC), και Μικροηλεκτρονικής (IMEL). Τα παραπάνω Ινστιτούτα δημιουργήθηκαν κατά τα έτη 1986-1987 από την αναδιάρθρωση των πρώην Τμημάτων Φυσικής και Χημείας και λειτούργησαν ως τρία από τα οκτώ ανεξάρτητα Ινστιτούτα του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος. Για 26 χρόνια διεξήγαν πρωτοποριακή έρευνα και ανέπτυξαν προηγμένες εφαρμογές σε αντικείμενα που άπτονται της Επιστήμης Υλικών της Φυσικοχημείας και της Μικροηλεκτρονικής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε τομείς αιχμής όπως αυτοί των νανοϋλικών και της νανοτεχνολογίας. Η πρόσφατη συγχώνευση δημιούργησε το μεγαλύτερο Ερευνητικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα, με μέγεθος και ερευνητική δραστηριότητα μεγαλύτερη από αυτή των περισσοτέρων Κέντρων Έρευνας στην Ελλάδα.

IMS

Οι κύριοι στόχοι του Ινστιτούτου Επιστήμης Υλικών (IMS) ήταν: – Να διεξάγει βασική και εφαρμοσμένη έρευνα σε επιλεγμένες περιοχές της Επιστήμης Υλικών με έμφαση στις Νανοεπιστήμες και την Νανοτεχνολογία. Ιδιαίτερα οι ερευνητικές δραστηριότητες περιελάμβαναν τη σύνθεση, χαρακτηρισμό και μοντελοποίηση νέων νανοδομημένων και νανοσύνθετων υλικών και την ανάπτυξη νανοσυστήματων αποτελούμενων από μαγνητικά, υπεραγώγιμα, ημιαγώγιμα και κεραμικά νανοϋλικά. – Να αναπτύσσει και να εφαρμόζει νέες φυσικές μεθόδους ανάλυσης για το χαρακτηρισμό αρχαίων υλικών και δοκιμίων, καθώς και μνημείων και αντικειμένων της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μια δραστηριότητα μοναδική στην Ελλάδα και σπουδαίας Εθνικής σημασίας. – Να παρέχει μεταπτυχιακές σπουδές υψηλής ποιότητας και μεταπτυχιακή εκπαίδευση στις θεματικές περιοχές ενδιαφέροντος του.

– Να παρέχει υψηλού επιπέδου, εξειδικευμένες υπηρεσίες για την Ελληνική Κοινωνία και την Βιομηχανία. Ένα σημαντικό επίτευγμα της τελευταίας δεκαετίας ήταν η εντυπωσιακή επέκταση των εργαστηριακών χώρων και εξοπλισμού για την ανάπτυξη, χαρακτηρισμό και μοντελοποίηση υλικών, η οποία επέτρεψε την εφαρμογή υψηλού επιπέδου ανταγωνιστικής έρευνας. Συγκεκριμένα, αποκτήθηκε σύγχρονος εξοπλισμός για την ανάπτυξη λεπτών υμενίων (νέο sputtering σύστημα, και αναβάθμιση του MBE οξειδίου) και δημιουργήθηκαν νέα εργαστήρια χημείας υγρής και στερεάς κατάστασης τα οποία υποστηρίχθηκαν με σύγχρονες τεχνικές χαρακτηρισμού, όπως νέα φασματόμετρα NMR, XRD μονοκρυστάλλου με αέριο ρεύμα αζώτου για μελέτη σε χαμηλές θερμοκρασίες, Φασματοσκοπία Raman, XPS, OSL, Φασματομετρία Μάζας και τεχνικές BET.

Ως απόδειξη για την ικανότητα του IMS να διεξάγει ερευνητικές δραστηριότητες υψηλού επιπέδου, δύο από τους Ερευνητές του έχουν λάβει Ευρωπαική χρηματοδότηση στα πλαίσια των δράσεων Advanced IDEAS grants.

IPC

Οι κύριοι άξονες της ερευνητικής πολιτικής του IPC είχαν στόχο την ανάδειξή του ως Εθνικού και Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας στον τομέα της Φυσικοχημείας. Οι συγκλίνουσες ερευνητικές δραστηριότητες στόχευαν πάντα σε επίκαιρα θέματα της βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας και περιελάμβαναν καινοτόμες φυσικοχημικές διεργασίες και λειτουργικά υλικά. Το ευρύ φάσμα των ερευνητικών αντικειμένων κάλυπτε τομείς από την ανάπτυξη νανοϋλικών και λειτουργικών μοριακών/ υπερμοριακών συστημάτων, ως τη σύνθεση βιομορίων και την απομόνωση και εκμετάλλευση φυσικών προϊόντων καθώς και από τη θεωρητική μελέτη φαινομένων και υλικών σε ατομικό επίπεδο ως την προσομοίωση διεργασιών και την πιλοτική εφαρμογή των υλικών σε διεργασίες αποθήκευσης και διαχωρισμού αερίων, φωτοεπαγόμενες διεργασίες, περιβαλλοντικές τεχνολογίες και τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Το IPC, παρείχε επίσης, εξειδικευμένες υπηρεσίες σε οργανισμούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με προτεραιότητα την ανάλυση περιβαλλοντικών ρύπων, τον χαρακτηρισμό υλικών, την ανάλυση της ποιότητας του νερού, και την υαλουργία. Κατά τα τελευταία 8 χρόνια τα έσοδα από ανταγωνιστικά προγράμματα αυξήθηκαν σημαντικά επιτρέποντας στο IPC να προσελκύσει νέο ικανό ερευνητικό προσωπικό αλλά και να προβεί στη βελτίωση της ερευνητικής υποδομής για την εφαρμογή υψηλού επιπέδου ανταγωνιστικής έρευνας.

Η IPC συντόνισε αποτελεσματικά ένα Ευρωπαϊκό Δίκτυο Αριστείας (NoE-FP6) και συμμετείχε σε ένα ακόμη. Το εργαστήριο Αποθήκευσης Υδρογόνου είναι μοναδικό στην Ελλάδα για την εκτίμηση της χωρητικότητας αποθήκευσης υδρογόνου νανοϋλικών ενώ είναι και ενεργό μέλος της Ευρωπαϊκής Ερευνητικής Υποδομής (H2FC-RI) που στόχο έχει την υποστήριξη της επιστήμης για την ανάπτυξη των υδρογονοκίνητων οχημάτων και τεχνολογιών Κυψελών Καυσίμου. Επιπλέον. Το εργαστήριο Περιβαλλοντικών Αναλύσεων είναι το μοναδικό στην Ελλάδα που έχει διαπιστευτεί για τον προσδιορισμό πολυαρωματικών υδρογονανθράκων σε πόσιμα και επιφανειακά νερά και από τα μοναδικά Ευρωπαϊκά κέντρα με εμπειρία στην ταυτοποίηση και ανάλυση κυανοτοξινών στο νερό.

IMEL

To IMEL ξεκίνησε τις δραστηριότητές του το 1985 και κατά το έτος 2001, κατόπιν αξιολόγησης από διεθνή επιστημονική επιτροπή, ορίστηκε από την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, ως Εθνικό Κέντρο Αριστείας στους τομείς Μίκρο- και Νανοτεχνολογίας, Νανοηλεκτρονικής και Συστημάτων. Το ΙΜΕL χαρακτηρίστηκε ως κέντρο μεγάλης εξειδίκευσης και δυνατοτήτων σε τομείς όπως η επεξεργασία πυριτίου, η ανάπτυξη χαρακτηρισμός και έλεγχος μίκρο-και νανοσυστημάτων καθώς και ο σχεδιασμός, μοντελοποίηση και προσομοίωση, υλικών, δομών, συσκευών, κυκλωμάτων και συστημάτων. Η αρχική εστίαση του IMEL στην Μικροηλεκτρονική επεκτάθηκε αργότερα στους τομείς των νέων οργανικών και ανόργανων υλικών για εφαρμογές σε εναλλακτικά ηλεκτρονικά και οπτοηλεκτρονικά συστήματα, καθώς και σε δραστηριότητες καινοτόμου σχεδιασμού και υλοποίησης που εκτείνονται από αισθητήρες και φορητές συσκευές μικροσυστημάτων σε ηλεκτρονικές μνήμες και φωτονικές συσκευές.

Το ερευνητικό έργο του IMEL έχει αξιοποιηθεί είτε μέσω ανάπτυξης εμπορικών προϊόντων είτε μέσω της Ίδρυσης Εταιρειών Τεχνοβλαστών (spin-off).

Το IMEL έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη χώρα σε ότι αφορά την ανάπτυξη, υποστήριξη και προώθηση προηγμένων τεχνολογιών στους τομείς Μικρο και Νανοτεχνολογίας, τη μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας στη βιομηχανία και την επιστημονική κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού στα παραπάνω πεδία.

Κατά το έτος 2006 το IMEL έγινε εταίρος της Ευρωπαϊκής Δράσης (AENEAS-ENIAC) μιας ολοκληρωμένης δραστηριότητας αριστείας και δικτύωσης στον τομέα της Νάνο και Μικροηλεκτρονικής. Μέσω του δικτύου αυτού, το IMEL παρείχε προηγμένες υπηρεσίες στον τομέα του ηλεκτρικού και οπτικού χαρακτηρισμού συστημάτων πυριτίου Si, αλλά και νέων υλικών και νανοδομών. Το IMEL ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Νανοηλεκτρονικής (SINANO).

Το έτος 2007 το IMEL ολοκλήρωσε την κατασκευή ενός νέου κτιρίου και την εγκατάσταση σε αυτό σημαντικού νέου εξοπλισμού. Τόσο το εργαστήριο διεργασιών όσο και οι υποδομές ηλεκτρικού χαρακτηρισμού πιστοποιήθηκαν σύμφωνα με το πρότυπο ISO 9001. Στα πλαίσια του προγράμματος Αριστείας REGPOT το IMEL προμηθεύτηκε και λειτουργεί νέο σύστημα Λιθογραφίας ηλεκτρονιακής δέσμης (Electron Beam Lithography EBPG 5000) αναλυτικής ικανότητας 8 nm, το οποίο δημιούργησε νέες ευκαιρίες υλοποίησης έργων και εξασφάλισης χρηματοδότησης σε Εθνικό και Διεθνές επίπεδο.